Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2007

Οι Αρχικές και Αναθεωρημένες Συστάσεις των Αναλυτών δεν Συμβάλλουν στην Επίτευξη Υπεραποδόσεων στο Χρηματιστήριο Αθηνών

Σε όλες τις χρηματιστηριακές αγορές δημοσιεύονται καθημερινά συστάσεις από ειδικούς αναλυτές για την μελλοντική πορεία των τιμών των μετοχών και ανακύπτει το ερώτημα αν οι επενδυτές λαμβάνουν υπόψη αυτές τις συστάσεις και αν τελικά τις ακολουθούν κατά πόσο είναι κερδισμένοι. Στην παρούσα έρευνα γίνεται αρχικά μια επισκόπηση των κυριότερων ερευνών που ασχολήθηκαν με την αποτελεσματικότητα των συστάσεων. Έπειτα γίνεται μια αντίστοιχη ανάλυση για το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών για την περίοδο 01/01/2004-31/12/2006 και θα μελετήσουμε αν δικαιολογημένα μεταβάλλονται οι συστάσεις των αναλυτών. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι οτι οι επενδυτές επηρεάζονται από τις μεταβολές των συστάσεων και προκύπτουν ελάχιστες πέραν του κανονικού αποδόσεις για βραχυπρόθεσμο διάστημα, ενώ σε λίγο πιο μεγάλο διάστημα οι επενδυτές βγαίνουν τελικά ζημιωμένοι.

Οι πολυάριθμες επιστημονικές έρευνες που ασχολήθηκαν με την επίδραση των συστάσεων των αναλυτών στις αποδόσεις των μετοχών, δεν κατέληξαν σε κάποιο ενιαίο συμπέρασμα. Έτσι, ενώ η πλειοψηφία από αυτές διαπιστώνουν ότι οι συστάσεις δεν επηρεάζουν τις αποφάσεις των επενδυτών και κατ επέκταση δεν ασκούν επιδράσεις στις αποδόσεις των (συνιστώμενων) μετοχών, υπάρχουν άλλες οι οποίες εισηγούνται το αντίθετο. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις αφορούν τόσο τις αρχικές συστάσεις όσο και τις αντίστοιχες αναθεωρήσεις στις οποίες προβαίνουν κατά καιρούς οι αναλυτές.

Σύμφωνα με τη Θεωρία της Αποτελεσματικής Αγοράς, κάθε πληροφορία που είναι ελεύθερα διαθέσιμη στο κοινό δεν μπορεί να οδηγήσει σε υπεραποδόσεις διότι αξιοποιείται ταυτόχρονα από όλους τους επενδυτές. Επομένως, αν η θεωρία αυτή ισχύει, οι συστάσεις των αναλυτών δεν βοηθούν για την αποκόμιση υπεραποδόσεων, είναι όμως χρήσιμες για την πληροφόρηση των επενδυτών και την αποφυγή λήψης εσφαλμένων αποφάσεων.

Στα πλαίσια της παρούσας εργασίας ερευνάται η χρησιμότητα των συστάσεων των αναλυτών που αφορούν εταιρίες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, μέσω της συγκρότησης βάσης δεδομένων με 1610 συστάσεις και 306 αναθεωρήσεις συστάσεων, που αναφέρονται σε 77 διαφορετικές επιχειρήσεις και εκδόθηκαν από 35 εταιρίες αναλυτών. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι μετοχές που συνιστώνται θερμά (“strong buy”) επιτυγχάνουν μεν υπεραποδόσεις, αλλά αυτές είναι περιορισμένης έκτασης και δεν δικαιολογούν το αντίστοιχο κόστος συναλλαγών. Αντίστοιχα, οι συνιστώμενες για πώληση μετοχές, σημειώνουν (επίσης περιορισμένες) ζημίες πέραν του μέσου όρου. Παρ όλα αυτά, μια στρατηγική που θα βασιζόταν στην αγορά των πρώτων και την πώληση των δεύτερων, δεν θα οδηγούσε και πάλι σε αξιόλογα αποτελέσματα.

Η εξέταση εναλλακτικών χαρτοφυλακίων με κριτήρια τη συχνότητα των συστάσεων (εταιρίες με τις περισσότερες συστάσεις και εταιρίες με λίγες συστάσεις), την κατηγορία των αναλυτών (Έλληνες και αλλοδαποί) κλπ, δεν άλλαξε τα πιο πάνω συμπεράσματα. Τέλος, παρά το γεγονός ότι οι αποδόσεις των αναβαθμισμένων μετοχών είναι συστηματικά υψηλότερες από εκείνες των υποβαθμισμένων, τα αντίστοιχα κέρδη είναι πολύ μικρά και εξανεμίζονται μετά τις δύο πρώτες εβδομάδες.

Επιβεβαιώνεται, επομένως, η αδυναμία των συστάσεων των αναλυτών να συμβάλλουν στην αποκόμιση καθαρών υπεραποδόσεων στα πλαίσια του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι οι επενδυτές που ακολουθούν τις συστάσεις, υφίστανται σε κάθε περίπτωση ζημίες μετά την παρέλευση μηνός από τη δημοσίευσή τους.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2007

….περί ιδεολογίας

Στο σύγχρονο πολιτικό πεδίο έχει δημιουργηθεί μια , εσκεμμένη ίσως, σύγχυση περί των πολιτικών ιδεολογιών. Οι διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος τείνουν πολλές φορές να εξαλειφθούν. Ο φιλελευθερισμός, ο συντηρητισμός και ο σοσιαλισμός έχουν ξεκάθαρες διαφορές. Οι περισσότεροι όμως σύγχρονοι πολιτικοί αναφέρονται σε γενικές ιδέες και κατευθύνσεις που είναι αρεστές στο ευρύ κοινό που όμως στην πραγματικότητα δε καταλήγουν σε κάτι το συγκεκριμένο. Είναι στην ουσία κατευθύνσεις που δεν οδηγούν πουθενά.

Είναι ωραία να μιλάμε για προοδευτικά ρεύματα και ριζική ανανέωση του πολιτικού συστήματος για την αναγέννηση της χώρας. Είναι ωραία να μιλάμε για κόμματα με οικολογική συνείδηση, που σέβονται την εργασία και που γνωρίζουν να σέβονται το ιδιωτικό και να υπερασπίζονται το δημόσιο. Πολλά παρόμοια ωραία μπορούμε να αναφέρουμε τα οποία θέτουν ένα ιδεοπολιτικό πλαίσιο και μια βάση διαλόγου, αλλά ίσως δε βοηθούν ουσιωδώς. Πρέπει επιτέλους να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπάνω. Η ουσία βρίσκεται στην καθημερινότητα του πολίτη και σε θέσεις για το πως θα οδηγηθούμε στην υλοποίηση των παραπάνω γενικών ιδεών. Χρειάζονται ξεκάθαρες κουβέντες. Δηλαδή πως θα αντιμετωπιστούν καίρια θέματα, όπως ο ρόλος του Κράτους, η ανεργία, το ασφαλιστικό, η ακρίβεια, η παιδεία, η υγειονομική κάλυψη, η περιβαλλοντική καταστροφή, η σχέση Εκκλησίας-Κράτους, η εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά, η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ο στρατός, η διεθνής θέση της χώρας, το Σκοπιανό κτλ. Απαντώντας με σαφείς προτάσεις πάνω σε αυτά τα θέματα και κάποια ακόμα θα δοθούν αμέσως οι κατευθύνσεις και το πολιτικό στίγμα.


Πολλές φορές τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά από ότι φαντάζουν και η λύση του οποιουδήποτε προβλήματος βρίσκεται ακριβώς μπροστά μας, αρκεί να έχουμε τη βούληση να το αντιμετωπίσουμε.


Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2007

Διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης


Η πρόσφατη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε αύξηση του ανταγωνισμού για τη χώρα μας, ενώ ταυτόχρονα θα τη φέρει μπροστά σε μια μεγάλη πρόκληση. Μια πρόκληση που έγκειται στο ότι αν η χώρα μας χειριστεί με τη σωστή μέθοδο, με έναν ορθολογικό προγραμματισμό, αυτή τη διεύρυνση, τότε μπορεί να αποκομίσει πολλά οφέλη από αυτό το γεγονός. Πολύ σημαντικό ρόλο σε αυτή την πορεία θα έχουν οι ποσοτικές μέθοδοι ανάλυσης.

Οι ποσοτικές μέθοδοι ανάλυσης ήταν ανέκαθεν σημαντικές στην ανάλυση των αγορών, της παραγωγής και γενικότερα της επιχειρηματικότητας και συντελέσαν στην εξάπλωση νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων, των εργαλείων διαχείρισης κινδύνου και αλματώδους αύξησης της αποτελεσματικότητας των παραγωγικών διαδικασιών. Έτσι μπορούν να βοηθήσουν στο σχεδιασμό ενός μακροχρόνιου στρατηγικού σχεδίου αντιμετώπισης αυτού του ανταγωνισμού, μέσω της βελτιστοποίησης της ελληνικής οικονομικοκοινωνικής πολιτικής. Όπως είναι γνωστό οι ποσοτικές μέθοδοι ασχολούνται με τη βελτιστοποίηση της απόδοσης ενός συστήματος. Με διάφορες τεχνικές που βασίζονται στη χρήση μαθηματικών μοντέλων, δημιουργούν μια ποσοτική και ορθολογιστική βάση για τη λήψη αποφάσεων στην προσπάθεια της βελτίωσης της απόδοσης του συστήματος. Για να τονιστεί περισσότερο αυτό, πρέπει να αναφέρουμε πως ένα οποιοδήποτε παρατηρήσιμο φαινόμενο (φυσικό, οικονομικό κλπ.) είναι δυνατό να εξομοιωθεί με τη χρησιμοποίηση ενός κατάλληλου μαθηματικού μοντέλου. Ένα μοντέλο που θα μπορεί να αποδώσει τη συμπεριφορά και τις λειτουργικές ιδιότητες ενός συστήματος. Στην περίπτωση μας το σύστημα είναι η ελληνική οικονομία. Σκοπός, λοιπόν, των ποσοτικών μεθόδων είναι η αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκε κατά το παρελθόν και επίσης ο καθορισμός της ενδεδειγμένης πολιτικής για την επίτευξη ορισμένων επιθυμητών και προκαθορισμένων συνάμα στόχων. Κύριος στόχος στην περίπτωση μας είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Έτσι, οι ποσοτικές μέθοδοι ανάλυσης μπορούν να δώσουν απαντήσεις -μεταξύ άλλων- στο αν οι επιθυμητοί στόχοι είναι πραγματοποιήσιμοι ή όχι και ποια είναι η χρονική διάρκεια που απαιτείται, για να καταστεί δυνατή η κατά το καλύτερο δυνατό τρόπο- υλοποίηση αυτών των στόχων. Ακόμα μπορούν να υποδείξουν την ενδεδειγμένη πολιτική για σταθεροποίηση του οικονομικού συστήματος. Όπως γίνεται λοιπόν αντιληπτό, μέσω αυτού σχεδιασμού μπορεί να οριστεί η ενδεδειγμένη πολιτική τιμών, για την επίτευξη ορισμένων συνθηκών προσφοράς, διάφορων ανταγωνιστικών προϊόντων της ελληνικής αγοράς. Παράλληλα μπορεί να σχεδιαστεί η άριστη κατανομή των επενδύσεων και των δημόσιων δαπανών, ώστε να επιτευχθεί ένας επιθυμητός και ταυτόχρονα εφικτός ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να αναφερθεί πως η παράλληλη διεύρυνση της χρήσης των υπολογιστών συντέλεσε στην εκτεταμένη εφαρμογή των ποσοτικών μεθόδων, καθώς η αυξημένη υπολογιστική δύναμη επέτρεψε την συγκέντρωση στοιχείων καθώς και την υλοποίηση προχωρημένων μεθόδων αξιοποίησής των. Ζούμε άλλωστε στην εποχή της πληροφορικής και της τεχνολογίας, όπου είναι αναγκαίο συστατικό επιτυχίας η χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των πληροφοριακών συστημάτων στην οικονομία και τη διοίκηση.

Μέσω λοιπόν των ποσοτικών μεθόδων είναι δυνατό να δημιουργηθεί ένα μαθηματικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας, όπου αφού περιγράψουμε αυτό το σύστημα και εμβαθύνουμε στις διάφορες πτυχές του, θα μπορούμε να προβλέψουμε τη μελλοντική του συμπεριφορά και να ορίσουμε δείκτες λειτουργικότητας των επί μέρους τμημάτων του συστήματος. Έτσι, θα μπορούμε να προβούμε σε εκτεταμένη μελέτη της συμπεριφοράς του συστήματος, κάτω από διαφορετικές υποθετικές συνθήκες λειτουργίας και να βρούμε λύσεις σε διάφορα ζητήματα-προβλήματα. Δηλαδή θα έχουμε καταφέρει να αποφύγουμε την εμφάνιση προβληματικών καταστάσεων, αφού θα μπορούμε να τις προβλέψουμε.

Συνοψίζοντας θα ήταν χρήσιμο να ξανατονίσουμε την σπουδαιότητα της χρήσης των ποσοτικών μεθόδων ανάλυσης στον καθημερινά αυξανόμενο ανταγωνισμό που έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα, ιδιαίτερα έπειτα από την πρόσφατη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένας ανταγωνισμός που αποδεικνύει περίτρανα πως είμαστε στην εποχή κατά την οποία η διοίκηση μιας χώρας είναι απαραίτητο να βασίζεται πρωτίστως σε ποσοτικά πρότυπα-μοντέλα και όχι απλά στη διαίσθηση όπως συνήθως γινόταν παλιότερα. Έτσι με συνδυασμό της αυστηρότητα των ποσοτικών μεθόδων με την φαντασία των επιστημών οικονομίας και διοίκησης, θα οδηγηθεί σίγουρα σε καλύτερα αποτελέσματα.

pAth