Σε όλες τις χρηματιστηριακές αγορές δημοσιεύονται καθημερινά συστάσεις από ειδικούς αναλυτές για την μελλοντική πορεία των τιμών των μετοχών και ανακύπτει το ερώτημα αν οι επενδυτές λαμβάνουν υπόψη αυτές τις συστάσεις και αν τελικά τις ακολουθούν κατά πόσο είναι κερδισμένοι. Στην παρούσα έρευνα γίνεται αρχικά μια επισκόπηση των κυριότερων ερευνών που ασχολήθηκαν με την αποτελεσματικότητα των συστάσεων. Έπειτα γίνεται μια αντίστοιχη ανάλυση για το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών για την περίοδο 01/01/2004-31/12/2006 και θα μελετήσουμε αν δικαιολογημένα μεταβάλλονται οι συστάσεις των αναλυτών. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι οτι οι επενδυτές επηρεάζονται από τις μεταβολές των συστάσεων και προκύπτουν ελάχιστες πέραν του κανονικού αποδόσεις για βραχυπρόθεσμο διάστημα, ενώ σε λίγο πιο μεγάλο διάστημα οι επενδυτές βγαίνουν τελικά ζημιωμένοι.
Οι πολυάριθμες επιστημονικές έρευνες που ασχολήθηκαν με την επίδραση των συστάσεων των αναλυτών στις αποδόσεις των μετοχών, δεν κατέληξαν σε κάποιο ενιαίο συμπέρασμα. Έτσι, ενώ η πλειοψηφία από αυτές διαπιστώνουν ότι οι συστάσεις δεν επηρεάζουν τις αποφάσεις των επενδυτών και κατ επέκταση δεν ασκούν επιδράσεις στις αποδόσεις των (συνιστώμενων) μετοχών, υπάρχουν άλλες οι οποίες εισηγούνται το αντίθετο. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις αφορούν τόσο τις αρχικές συστάσεις όσο και τις αντίστοιχες αναθεωρήσεις στις οποίες προβαίνουν κατά καιρούς οι αναλυτές.
Σύμφωνα με τη Θεωρία της Αποτελεσματικής Αγοράς, κάθε πληροφορία που είναι ελεύθερα διαθέσιμη στο κοινό δεν μπορεί να οδηγήσει σε υπεραποδόσεις διότι αξιοποιείται ταυτόχρονα από όλους τους επενδυτές. Επομένως, αν η θεωρία αυτή ισχύει, οι συστάσεις των αναλυτών δεν βοηθούν για την αποκόμιση υπεραποδόσεων, είναι όμως χρήσιμες για την πληροφόρηση των επενδυτών και την αποφυγή λήψης εσφαλμένων αποφάσεων.
Στα πλαίσια της παρούσας εργασίας ερευνάται η χρησιμότητα των συστάσεων των αναλυτών που αφορούν εταιρίες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, μέσω της συγκρότησης βάσης δεδομένων με 1610 συστάσεις και 306 αναθεωρήσεις συστάσεων, που αναφέρονται σε 77 διαφορετικές επιχειρήσεις και εκδόθηκαν από 35 εταιρίες αναλυτών. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι μετοχές που συνιστώνται θερμά (“strong buy”) επιτυγχάνουν μεν υπεραποδόσεις, αλλά αυτές είναι περιορισμένης έκτασης και δεν δικαιολογούν το αντίστοιχο κόστος συναλλαγών. Αντίστοιχα, οι συνιστώμενες για πώληση μετοχές, σημειώνουν (επίσης περιορισμένες) ζημίες πέραν του μέσου όρου. Παρ όλα αυτά, μια στρατηγική που θα βασιζόταν στην αγορά των πρώτων και την πώληση των δεύτερων, δεν θα οδηγούσε και πάλι σε αξιόλογα αποτελέσματα.
Η εξέταση εναλλακτικών χαρτοφυλακίων με κριτήρια τη συχνότητα των συστάσεων (εταιρίες με τις περισσότερες συστάσεις και εταιρίες με λίγες συστάσεις), την κατηγορία των αναλυτών (Έλληνες και αλλοδαποί) κλπ, δεν άλλαξε τα πιο πάνω συμπεράσματα. Τέλος, παρά το γεγονός ότι οι αποδόσεις των αναβαθμισμένων μετοχών είναι συστηματικά υψηλότερες από εκείνες των υποβαθμισμένων, τα αντίστοιχα κέρδη είναι πολύ μικρά και εξανεμίζονται μετά τις δύο πρώτες εβδομάδες.
Επιβεβαιώνεται, επομένως, η αδυναμία των συστάσεων των αναλυτών να συμβάλλουν στην αποκόμιση καθαρών υπεραποδόσεων στα πλαίσια του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι οι επενδυτές που ακολουθούν τις συστάσεις, υφίστανται σε κάθε περίπτωση ζημίες μετά την παρέλευση μηνός από τη δημοσίευσή τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου